Στις υγιείς σχέσεις γονέα-παιδιού, ο γονιός είναι αυτός που καλείται να προσφέρει, τόσο υλικά αγαθά, όσο και αγάπη, προστασία, μαθήματα και ασφάλεια στο παιδί, προκειμένου η ανάπτυξή του να προχωρήσει ανεμπόδιστα. Κάποια παιδιά ωστόσο έχουν κληθεί να μεγαλώσουν νωρίτερα, με αποτέλεσμα η ανάπτυξή τους να μην είναι πάντα η αναμενόμενη.
Η γέννηση του «Υπεργονιού»
Σύμφωνα με τη συστημική θεωρία, ο «Υπεργονιός» είναι ένας από τους ρόλους που μπορεί να υιοθετήσει ένα παιδί σε μια οικογένεια και προκύπτει όταν διαταράσσεται αυτή η αναμενόμενη σχέση προσφοράς από την πλευρά του γονιού και αποδοχής φροντίδας από την πλευρά του παιδιού. Στην κατάσταση αυτή, η σχέση «αντιστρέφεται», και το παιδί καλείται να αναλάβει ευθύνες που δεν αναλογούν ούτε στην ηλικία του, αλλά ούτε στην αλληλεπίδρασή του με τους γονείς του αλλά και τρίτους.
Ο ρόλος του υπεργονέα υιοθετείται από ένα παιδί όταν συναισθάνεται ότι ο πατέρας ή η μητέρα του δυσκολεύονται κάπου να επιτελέσουν τον γονεϊκό τους ρόλο. Μπορεί να εμφανιστεί όταν γεννιέται ένα επόμενο παιδί, και ξαφνικά το πρωτότοκο γίνεται «ο μεγάλος/η μεγάλη», που αναλαμβάνει να φροντίσει το μικρότερο παιδί, συχνά αντικαθιστώντας τους γονείς. Ένα άλλο παράδειγμα είναι οι μονογονεϊκές οικογένειες, όταν ο γονιός αδυνατεί να ανταπεξέλθει με την απαιτητικότητα της συντήρησης μιας οικογένειας και ανάθρεψης ενός ή περισσότερων παιδιών, επομένως «στρατολογεί» ένα από τα παιδιά για να βοηθήσει, συχνά το μεγαλύτερο. Ομοίως αν ένας από τους γονείς είναι αδύναμος, ευάλωτος ή άρρωστος, το παιδί μπορεί να κληθεί να τον φροντίζει τόσο πρακτικά όσο και συναισθηματικά, ιδιαίτερα αν το άλλο μέλος του ζευγαριού είναι απόν (σωματικά η συναισθηματικά). Είναι το παιδί που θα παρηγορήσει τη μητέρα του μετά από μια δύσκολη μέρα, ή το παιδί στο οποίο θα εξομολογηθεί ο πατέρας του σημαντικά μυστικά που δεν ξέρει άλλος.
Σε κάθε περίπτωση, το αποτέλεσμα είναι μια αντιστροφή ρόλων, όπου το παιδί καλύπτει τις ανάγκες (υλικές, ψυχολογικές, συναισθηματικές) του γονέα ή και περισσότερων μελών. Όταν οι ανάγκες του γονέα που καλύπτονται φτάνουν να περιλαμβάνουν και τις ανάγκες σε συντροφικότητα, τότε ο ρόλος του Υπεργονέα μπορεί να επικαλύπτεται με τον ρόλο του Παιδιού-Συντρόφου.
Αξίζει να σημειωθεί πως ο γονιός δεν επιλέγει συνειδητά να βάζει το παιδί του στον ρόλο αυτό, αλλά είναι κάτι που προκύπτει από δικά του τραύματα, στην προσπάθειά του να καλύψει τα δικά του κενά (κακοποίηση σε παιδική ηλικία, ελλιπής φροντίδα, μαθημένη αβοηθησία…).
Σε μια οικογένεια, μπορεί να προκύψει μια συνθήκη που για ένα διάστημα το παιδί καλείται να καλύψει αυτόν, ή και άλλους ρόλους, επειδή έχει προκύψει μια κρίση (πχ απροσδόκητη νόσηση γονιού). Εκεί, η κάλυψη του ρόλου είναι ενδεχομένως σωτήρια για την οικογένεια, και γι’αυτό αποκαλείται «Προσαρμοστική Γονεοποίηση». Το πρόβλημα και οι μακροχρόνιες συνέπειες του ρόλου εμφανίζονται όταν αυτός γίνεται «ο κανόνας» παρά η εξαίρεση, το παιδί καλείται πάντα να είναι ο γονιός του γονιού του, ο ρόλος γίνεται άκαμπτος, και η οικογένεια δυσκολεύεται να λειτουργήσει όταν αυτό δεν αναλαμβάνει αυτόν τον ρόλο.
Χαρακτηριστικά του παιδιού-Υπεργονέα
Συνήθως πρόκειται για ανθρώπους υπεύθυνους, αγχώδεις, νευρικούς, που είναι πολύ φροντιστικοί στους γύρω τους, ωστόσο αισθάνονται μονίμως ανεπαρκείς μπροστά σε προκλήσεις, ειδικά στις ανθρώπινες σχέσεις τους. Υπάρχει η ανάγκη να διατηρούν τον έλεγχο ανά πάσα στιγμή, καθώς είναι κάτι που χρειαζόταν να κάνουν από πολύ νεαρή ηλικία και δεν αισθάνονται εύκολα ασφάλεια με το να «αφήνουν την τύχη τους» στα χέρια άλλων. Αυτό έχει το αποτέλεσμα ο Υπεργονιός συχνά να μην αισθάνεται εμπιστοσύνη σε άλλους, τόσο σε επαγγελματικό όσο και σε διαπροσωπικό επίπεδο. Έχει μάθει να ηγείται, και δεν μπορεί εύκολα να λειτουργήσει σε πλαίσιο ομάδας.
Στις ανθρώπινες σχέσεις, αυτό μπορεί να μεταφράζεται στην τάση τους να υπερεμπλέκονται σε προβλήματα ανθρώπων που νοιάζονται (φίλοι, σχέσεις) και να προσπαθούν να συνδράμουν, ακόμη και αν δεν τους έχει ζητηθεί. Αυτό δημιουργεί σχέσεις ανισορροπίας: οι ίδιοι αναπαράγουν το μοτίβο αλληλεπίδρασης που έχουν μάθει από την οικογένειά τους και παρέχουν οτιδήποτε χρειάζεται το άλλο άτομο, ενώ αισθάνονται άβολα και αμήχανα όταν λαμβάνουν οι ίδιοι υποστήριξη ή φροντίδα. Σαν αποτέλεσμα, συνήθως αναζητούν κοντινές σχέσεις με ανθρώπους που τους αισθάνονται πιο ευάλωτους, που χρειάζονται κάποιου είδους υποστήριξης, ή ακόμα και «σανίδα σωτηρίας». Αντιθέτως, μια ισότιμη σχέση με κάποιον τρίτο που τον αισθάνεται ανεξάρτητο μπορεί να δυσκολέψει τον Υπεργονιό και να καταλήξει να είναι βραχύβια.
Παράλληλα, όμως, αξίζει να σημειωθεί ότι όπως με έναν γονιό που «αγκιστρώνεται» από ένα παιδί, έτσι και με έναν φίλο ή σύντροφο που έχει απόλυτη ανάγκη τον Υπεργονιό για να λειτουργήσει, ο ίδιος ο Υπεργονιός καταλήγει να αισθάνεται πίεση και πνίξιμο από μια τέτοια σχέση εξάρτησης, με αποτέλεσμα στη συνέχεια να αποσύρεται. Έτσι, βρίσκεται σε ένα αδιέξοδο: ασυνείδητα αποζητά ανθρώπους που τον χρειάζονται, αλλά αναπόφευκτα σε τέτοιες σχέσεις στην πορεία θα αισθανθεί ότι δεν τον νοιάζονται, δεν τον φροντίζουν, ότι τον επιλέγουν μόνο για να ικανοποιούνται οι άλλοι, με αποτέλεσμα να δυσανασχετεί στις σχέσεις. Αυτό δημιουργεί ατέρμονους φαύλους κύκλους, που αν και μπορεί να αλλάζουν τα πρόσωπα συντρόφων και φίλων, το μοτίβο παραμένει το ίδιο σε κάθε σχέση.
Σε προσωπικό επίπεδο, ο Υπεργονιός μπορεί να ταλαιπωρείται από χρόνιο άγχος, κατάθλιψη, αδυναμία έκφρασης των δικών του αναγκών, αδυναμία τήρησης υγιών ορίων σε σχέσεις, ενώ μπορεί να διακατέχεται και από στοιχεία ενοχής. Αυτό συμβαίνει επειδή τα παιδιά φυσιολογικά διακατέχονται από εγωκεντρισμό, επομένως αν ένα παιδί βλέπει διαρκώς τον πατέρα ή τη μητέρα του αδύναμους, δυστυχισμένους, θυμωμένους ή ασταθείς, τότε υποθέτει αυτομάτως ότι το ίδιο είναι η αιτία αυτής της αρνητικής κατάστασης του γονέα.
Ο Υπεργονιός στη θεραπεία
Ο Υπεργονιός έχει αποκτήσει κάποια πολύ θετικά χαρακτηριστικά βάσει ρόλου. Συνήθως είναι υπεύθυνος, φροντιστικός, προνοητικός, έχει συναισθηματική νοημοσύνη και έντονο το αίσθημα της δικαιοσύνης και της ηθικής. Από την άλλη, αδυναμίες του είναι η δυσκολία στην εμπιστοσύνη και η έκφραση των δικών του αναγκών. Συνήθως πυρηνικά προβλήματα που αντιμετωπίζει αποτελούν:
· Γιατί δεν μπορώ να ηρεμήσω και να χαλαρώσω ακόμα και όταν όλα είναι υπό έλεγχο;
· Αισθάνομαι διαρκώς «το κορόιδο». Γιατί ο/η σύντροφός μου και οι φίλοι μου δεν με νοιάζονται όπως εγώ, και πρέπει διαρκώς εγώ να φροντίζω;
· Γιατί κανείς δεν με εκτιμά και δεν δείχνει να με νοιάζεται;
· Γιατί από ένα σημείο και μετά στις σχέσεις καταλήγω να ασφυκτιώ και να θέλω να αποσυρθώ;
Στην θεραπεία, δεν θα ωφελήσει απλώς να βρεθεί στην αντίθετη θέση, δηλαδή να επαναστατήσει ως προς τον ρόλο του και να απαιτεί φροντίδα (το οποίο ενίοτε είναι και το αίτημά του). Δεν είναι άλλωστε ρεαλιστική η προσδοκία να καλυφθούν τα παιδικά κενά φροντίδας σε ενήλικες σχέσεις. Στόχος είναι να σπάσει το μοτίβο και να βρεθεί σε μια σχέση όπου μπορεί τόσο να δεχθεί όσο και να λάβει στήριξη, χωρίς να δυσφορεί σε καμία από τις δύο θέσεις.
Πιο αναλυτικά:
· Επανορθωτική εμπειρία μέσω της θεραπευτικής σχέσης: ο Υπεργονιός θα βρεθεί σε μια σχέση όπου θα κληθεί να εμπιστευτεί τον άλλον άνθρωπο να τηρήσει το πλαίσιο, να είναι επαρκής, σταθερός, υποστηρικτικός, και να μπορεί να βάλει τον ίδιο σε προτεραιότητα.
· Ανίχνευση του ρόλου, πώς δημιουργήθηκε, πώς διαιωνίστηκε, και τα μοτίβα που τον συντηρούν στο σήμερα. Συχνά ο Υπεργονιός έρχεται με μια ενοχή στη θεραπεία, αισθανόμενος ότι πρόκειται για προσωπική του ανεπάρκεια η δυσκολία στην εμπιστοσύνη ή στις σχέσεις. Η εντόπιση του ρόλου μπορεί να δράσει λυτρωτικά, καθώς μετατίθεται ο πήχης από το «κάτι δεν πάει καλά με μένα» στο «κάτι έμαθα να κάνω για να επιβιώνω».
· Αναγνώριση των κριτηρίων βάσει των οποίων επιλέγει ανθρώπους, αλλά και του πώς υπάρχει μέσα στις σχέσεις. Συνήθως αν και συνειδητά αναζητά έναν άνθρωπο στον οποίο να μπορεί να βασιστεί, ασυνείδητα τείνει να επιλέγει κάποιον άνθρωπο «γνώριμο», με τον οποίο να μπορεί να αναπαραγάγει το μοτίβο σχέσης που είχε με τον γονιό του. Ο Υπεργονιός έχει να ελέγξει κατά πόσο επιτρέπει στον σύντροφό του να είναι ανεξάρτητος, καθώς και κατά πόσο έχει την τάση να λύνει όλα τα προβλήματα των άλλων, ασυναίσθητα διαιωνίζοντας τα θέματα που τον δυσκολεύουν στις σχέσεις του.
· Πολλαπλότητα των ρόλων: η πραγματική θεραπεία έγκειται στο να μάθει ότι μπορεί να υπάρξει και εκτός του γνώριμου ρόλου. Η φροντίδα που παρέχει παύει να είναι αποκλειστική του υποχρέωση, «βάσανο», αγγαρεία επειδή μπορεί να υπάρξει και στον αντίποδα, ως αυτός που τη λαμβάνει. Η τάση να φροντίζει και η ασφάλεια σε μια κατάσταση κατοχής ελέγχου παραμένει, αλλά πλέον μπορεί να αναγνωρίσει από πού προήλθε, τι εξυπηρετεί, και όταν καταλαβαίνει ότι δεν είναι για συμφέρον εκείνου ή των σημαντικών του σχέσεων, μπορεί να παραμερίσει αυτά τα χαρακτηριστικά χωρίς να φοβάται ότι αν δεν ελέγξει κάποια συνθήκη θα έρθει το τέλος του κόσμου.Εκεί έγκειται και η ελπίδα για τον Υπεργονιό. Πλέον διατηρεί κάποια καλά του χαρακτηριστικά (η τάση του να φροντίζει), χωρίς πλέον να αποτελούν μονόδρομο, καθώς δέχεται την ελευθερία της επιλογής, όπου κρίνει ο ίδιος, να υπάρξει και διαφορετικά.